ολκοξόος
ο, ουσ.
- Εργαλεία
- από το 1870
(εργαλ.) ειδικό εργαλείο που ομοιάζει με ροκάνι και χρησιμοποιείται στην διάνοιξη ολκών, δηλαδή αυλακών ή εντομών σε μεταλλικές ή ξύλινες επιφάνειες.
Ετυμολογία
< αρχ. ὁλκός + ξόος [= ο ξυσμός] < ξέω [= λειαίνω ή στιλβώνω, πλανιάρω], η λ. μαρτυρείται από το 1870.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολκοξόος», σ. 601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολκοξοοσ/