όχημα
το, ουσ.
- μεταφορικό μέσο, που συνήθως κινείται πάνω σε τροχούς, όπως: βαγόνι, άμαξα, κάρο, αυτοκίνητο κ.λπ., (φρ.) «όχημα αμφίβιο / κλειστού τύπου - φορτηγού / γερανοφόρο / επιβατικό / περονοφόρο / υγραεριοκίνητο / κοινής ωφέλειας / μηχανοκίνητο / ηλεκτροκίνητο / πετρελαιοκίνητο / χειροκίνητο / ιππήλατο / δίκυκλο / τρίκυκλο / ερπυστριοφόρο / σιδηροδρομικό / αυτοανατρεπόμενο κ.λπ.»,
- το μέσο για την επίτευξη κάποιου στόχου.
Ετυμολογία
< αρχ. ὄχημα [= άμαξα, πλοίο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όχημα», σσ. 618-619. https://navalhistory.gr/lexiko/οχημα/