εργαλείο
το, ουσ.
- όργανο με το οποίο πραγματοποιούμαι κάποια εργασία, (φρ.) «δωμάτιο εργαλείων – tool room», «κιβώτιο εργαλείων – εργαλειοθήκη – tool box», «ντουλάπι εργαλείων – tool locker», «σάκος εργαλείων – tool bag, tool kit»,
- α) οποιοδήποτε αντικείμενο που χρησιμοποιείται για την επίτευξη κάποιου στόχου, β) επινόηση πολύτιμη για την εκπλήρωση επιθυμίας ή σχεδίου ή έργου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐργαλεῖον < ἔργον.
Σύνθετα
εργαλειοθήκη, εργαλειομηχανή, πολυεργαλείο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εργαλείο», σ. 306. https://navalhistory.gr/lexiko/εργαλειο/