navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οπλουργός

οπλουργός

ο/η, ουσ.

  1. (στρατ.) επισκευαστής και συνάμα συντηρητής ιδίως του φορητού οπλισμού, οπλοποιός
  2. (στρατ.) αντίστοιχη ειδικότητα στο στρατό.

Ετυμολογία

< ὁπλουργός [= κατασκευαστής όπλων] < αρχ. ὅπλον [= πολεμικό εργαλείο] + [αρχ.] - ουργός < ἔργον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπλουργός», σ. 609. https://navalhistory.gr/lexiko/οπλουργοσ/