οπλίτης
ο, ουσ.

- (στρατ.) ο στρατιώτης εκείνος που δεν είναι βαθμοφόρος
- (κατ’ επέκτ.) ο χαμηλόβαθμος στρατιωτικός σε αντιδιαστολή με τους αξιωματικούς
- (μτφ.) ο υπηρέτης του Θεού ή του Χριστού
- στην αρχαία Ελλάδα, ο βαριά οπλισμένος στρατιώτης του πεζικού που έφερε δόρυ, θώρακα και μεγάλη ασπίδα [ὅπλον].
Ετυμολογία
< αρχ. ὁπλίτης [= βαριά οπλισμένος πεζικάριος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπλίτης», σ. 608. https://navalhistory.gr/lexiko/οπλιτησ/