navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οπλίτης

οπλίτης

ο, ουσ.

οπλίτης, εικόνα από το έντυπο
  1. (στρατ.) ο στρατιώτης εκείνος που δεν είναι βαθμοφόρος
  2. (κατ’ επέκτ.) ο χαμηλόβαθμος στρατιωτικός σε αντιδιαστολή με τους αξιωματικούς
  3. (μτφ.) ο υπηρέτης του Θεού ή του Χριστού
  4. στην αρχαία Ελλάδα, ο βαριά οπλισμένος στρατιώτης του πεζικού που έφερε δόρυ, θώρακα και μεγάλη ασπίδα [ὅπλον].

Ετυμολογία

< αρχ. ὁπλίτης [= βαριά οπλισμένος πεζικάριος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπλίτης», σ. 608. https://navalhistory.gr/lexiko/οπλιτησ/