όπλο
το, ουσ.
- οποιοδήποτε όργανο ή γενικότερα αντικείμενο που χρησιμεύει για την άμυνα ή την επίθεση εναντίον άλλου προσώπου ή ζώου
- (στρατ.) στρατιωτικό σώμα που έχει το δικό του ιδιαίτερο εξοπλισμό και προορισμό
- (μτφ.) κάθε μέσο που χρησιμοποιούμαι για να επιτύχουμε έναν σκοπό
- (εκφρ.) «καταφεύγω στα όπλα», χρησιμοποιώ ένοπλη βία, «καταθέτω τα όπλα», αφήνω τα όπλα, παραδίνομαι, ή εγκαταλείπω τις προσπάθειες σε κάποιον τομέα κοινωνικό ή επαγγελματικό, «παίρνω τα όπλα», αρχίζω πολεμικές αναμετρήσεις, «στα όπλα», στρατιωτικό παράγγελμα για συναγερμό, «παρουσιάζω όπλα», στρατιωτικό τμήμα που υποδέχεται με υπερυψωμένα τα όπλα του επίσημο προσκεκλημένο, (φρ.) «ατομικά / αυτόματα / πυρηνικά / χημικά / συμβατικά / βαριά / ελαφρά / πυροβόλα / αμυντικά / επιθετικά / εκηβόλα / αγχέμαχα / λίθινα / μεταλλικά / κρουστικά / διατρητικά / κυνηγετικά / πολεμικά / εκπαιδευτικά / σύγχρονα / αεροβόλα / αποκριάτικα όπλα»,
- (αρχ.) α) η μεγάλη στρογγυλή ασπίδα που έφερε ο πεζικάριος, β) [πληθ.] τα όπλα, εξοπλισμός πλοίου, τα ξάρτια, σε Ομήρ. και Ησίοδ., σκοινιά πλοίου, σε Ομήρ. και Ηρόδ..
Ετυμολογία
< αρχ. ὅπλον [= πολεμικό εργαλείο].
Παράγωγα
οπλή, οπλίζω, οπλίτης.
Σύνθετα
άοπλος, αφοπλίζω, ένοπλος, οπλαρχηγός, οπλασκία, οπλοβαστός, οπλοβομβίδα, οπλοδιδάσκαλος, οπλοδόκη, οπλοθήκη, οπλομαχία, οπλομάχος, οπλονόμος, οπλοποιός, οπλοπολυβόλο, οπλοπώλης, οπλοπωλείο, οπλοστάσιο, οπλουργείο, οπλοφόρος, οπλοφορώ, οπλοχρησία, πανοπλία, υπεροπλία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όπλο», σ. 608. https://navalhistory.gr/lexiko/οπλο/