οπλοφυλάκιο
το, ουσ.
ο χώρος φύλαξης των όπλων, συνών. οπλαποθήκη.
Ετυμολογία
< αρχ. ὅπλον [= πολεμικό εργαλείο] + φυλάκιο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπλοφυλάκιο», σ. 609. https://navalhistory.gr/lexiko/οπλοφυλακιο/