navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οδηγώ

οδηγώ

ρ. [μετβ.]

  1. α) προπορεύομαι δείχνοντας τον δρόμο σε άλλους, β) συνοδεύω κάποιον να φτάσει στο σημείο που τον ενδιαφέρει
  2. βρίσκομαι ως επικεφαλής κάποιας ομάδας
  3. συμβουλεύω, καθοδηγώ
  4. χειρίζομαι μηχανοκίνητο όχημα ή πλεούμενο ή αεροσκάφος, συνών. σοφάρω, κουμαντάρω, κυβερνώ, πιλοτάρω.

Ετυμολογία

< αρχ. ὁδηγῶ, συνηρημένος τύπος του ὁδηγέω [= δείχνω σε κάποιον τον δρόμο] < ὁδηγός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οδηγώ», σσ. 596-597. https://navalhistory.gr/lexiko/οδηγω/