οδηγώ
ρ. [μετβ.]
- α) προπορεύομαι δείχνοντας τον δρόμο σε άλλους, β) συνοδεύω κάποιον να φτάσει στο σημείο που τον ενδιαφέρει
- βρίσκομαι ως επικεφαλής κάποιας ομάδας
- συμβουλεύω, καθοδηγώ
- χειρίζομαι μηχανοκίνητο όχημα ή πλεούμενο ή αεροσκάφος, συνών. σοφάρω, κουμαντάρω, κυβερνώ, πιλοτάρω.
Ετυμολογία
< αρχ. ὁδηγῶ, συνηρημένος τύπος του ὁδηγέω [= δείχνω σε κάποιον τον δρόμο] < ὁδηγός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οδηγώ», σσ. 596-597. https://navalhistory.gr/lexiko/οδηγω/