πιλότος
ο, ουσ.
- (επάγγ.) τιμονιέρης, οδηγός αεροπλάνων [κυβερνήτης] ή πλοίων [πλοηγός] ή αγωνιστικών αυτοκινήτων
- (τέχν.) πειραματικό πρόγραμμα
- δοκιμαστική εφαρμογή σχεδίου.
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) παλαιό ιταλ. και βενετ. piloto [-ς] < παλαιότ. pedotta < αρχ. πηδώτης [= τιμονιέρης] < πηδόν [= το πλατύ μέρος του κουπιού που χρησίμευε για τιμόνι, (κατ’ επέκτ.) το τιμόνι] (ετυμολογική εκδοχή που δικαιολογεί τη γραφή της λέξης με -ω- και -η- ως πηλώτος).
Παράγωγα
πιλοτάρω, πιλοτάρισμα, πιλοτιέρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πιλότος», σ. 664. https://navalhistory.gr/lexiko/πιλοτοσ/