ξένος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι κτήμα κάποιου άλλου ή αναφέρεται σε κάποιον άλλο
- [ως ουσ.:] αυτός που προέρχεται ή κατάγεται από άλλη χώρα, αλλοδαπός, αλλοεθνής, αλλόφυλος
- ο εξόριστος, ο πρόσφυγας
- αυτός που δεν έχει συγγενικές ή φιλικές σχέσεις με κάποιον
- αυτός που δείχνει αδιαφορία για τα όσα συμβαίνουν
- αυτός που είναι φιλοξενούμενος, 5. που είναι άσχετος σε υπόθεση.
Ετυμολογία
< αρχ. ξένος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξένος», σ. 590. https://navalhistory.gr/lexiko/ξενοσ/