navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξένος

ξένος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι κτήμα κάποιου άλλου ή αναφέρεται σε κάποιον άλλο
  2. [ως ουσ.:] αυτός που προέρχεται ή κατάγεται από άλλη χώρα, αλλοδαπός, αλλοεθνής, αλλόφυλος
  3. ο εξόριστος, ο πρόσφυγας
  4. αυτός που δεν έχει συγγενικές ή φιλικές σχέσεις με κάποιον
  5. αυτός που δείχνει αδιαφορία για τα όσα συμβαίνουν
  6. αυτός που είναι φιλοξενούμενος, 5. που είναι άσχετος σε υπόθεση.

Ετυμολογία

< αρχ. ξένος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξένος», σ. 590. https://navalhistory.gr/lexiko/ξενοσ/