navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νισαντίρι και νισαντήρι

νισαντίρι

Και: νισαντήρι

το, ουσ.

(χημ.) α) συμπαγές κομμάτι χλωριούχου αμμωνίου χρήσιμο στο γάνωμα των χάλκινων σκευών καθώς και στο κόλλημα με κασσίτερο, αλλιώς γνωστό και ως αμμωνιακό άλας του εμπορίου, β) συνθετική ουσία χρήσιμη στη βιομηχανία χρωμάτων και στην ηλεκτροτεχνία, καθώς και στον καθαρισμό μεταλλικών επιφανειών από σκουριά.

Ετυμολογία

< τουρκ. nişadır [= αμμωνιακό άλας] < περσ. nūşādur.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νισαντίρι και νισαντήρι», σ. 578. https://navalhistory.gr/lexiko/νισαντιρι-και-νισαντηρι/