έναστρος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που έχει αστέρια, αστροφώτιστος.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔναστρος < ἐν- + ἄστρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έναστρος», σ. 269. https://navalhistory.gr/lexiko/εναστροσ/