αίθριος
-α, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι χωρίς σύννεφα, ανέφελος
- (μτφ.) γαλήνιος, ήρεμος.
Ετυμολογία
< αρχ. αἴθω [= ανάβω, καίω/φέγγω λάμπω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αίθριος», σ. 51. https://navalhistory.gr/lexiko/αιθριοσ/