navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αίθριος

αίθριος

-α, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι χωρίς σύννεφα, ανέφελος
  2. (μτφ.) γαλήνιος, ήρεμος.

Ετυμολογία

< αρχ. αἴθω [= ανάβω, καίω/φέγγω λάμπω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αίθριος», σ. 51. https://navalhistory.gr/lexiko/αιθριοσ/