navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανέφελος

ανέφελος

-η, -ο, και ανέφαλος, -η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει σύννεφα [νέφαλα], συνών. ασυννέφιαστος, αίθριος, ξάστερος, αντών. νεφελώδης
  2. (μτφ.) αυτός που δεν έχει στεναχώριες.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνέφελος, -ον < ἀ- [στερητ.] + νεφέλη.

Επιρρήματα

ανέφελα [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανέφελος», σ. 90. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεφελοσ/