οστρακοειδή
τα, ουσ. [συνήθως στον πληθ.]
(ζωολ.) όλα εκείνα τα υδρόβια ζώα που διαθέτουν σκληρό κέλυφος και καταναλώνονται ως τρόφιμα από τον άνθρωπο, σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονται διάφορα είδη μαλακίων, καρκινοειδών και εχινόδερμων, συνών. τα οστρακόδερμα [δες λ.].
Ετυμολογία
< όστρακο + είδος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οστρακοειδή», σσ. 614-615. https://navalhistory.gr/lexiko/οστρακοειδη/