νταβίδι
το, ουσ.
(εργαλ.) ξυλουργικό εργαλείο μεταλλικής κατασκευής για τη σύσφιξη και τη συγκόλληση ξύλων ή ξύλινων επιφανειών, συνών. δρύσχετο, ξυλοσφίγκτης, αρμοσφίγκτης.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νταβίδι», σ. 582. https://navalhistory.gr/lexiko/νταβιδι/