navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξέστρα και ξύστρα και ξυστήρα

ξέστρα

Και: ξύστρα, ξυστήρα

η, ουσ.

  1. συσκευή για το ακόνισμα μολυβιού ή ξυλομπογιάς
  2. εργαλείο ξυσίματος ή χτενίσματος ζώων
  3. (εργαλ.) μικρό εργαλείο που διαθέτει λεπίδα και χρησιμοποιείται για το ξύσιμο ξύλινων επιφανειών.

Ετυμολογία

< αρχ. ξύστρα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξέστρα και ξύστρα και ξυστήρα», σ. 591. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεστρα-και-ξυστρα-και-ξυστηρα/