ξέστρα
Και: ξύστρα, ξυστήρα
η, ουσ.
- συσκευή για το ακόνισμα μολυβιού ή ξυλομπογιάς
- εργαλείο ξυσίματος ή χτενίσματος ζώων
- (εργαλ.) μικρό εργαλείο που διαθέτει λεπίδα και χρησιμοποιείται για το ξύσιμο ξύλινων επιφανειών.
Ετυμολογία
< αρχ. ξύστρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξέστρα και ξύστρα και ξυστήρα», σ. 591. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεστρα-και-ξυστρα-και-ξυστηρα/