μονόκλινο
το, ουσ.
δωμάτιο ξενοδοχείου, πλοίου, τρένου, κλινικής, νοσοκομείου κ.λπ. που έχει μόνο ένα κρεβάτι και φυσικά αντιστοιχεί σ’ ένα μόνο άτομο.
Ετυμολογία
< μονο- + κλίν(η) -ο-.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μονόκλινο», σ. 532. https://navalhistory.gr/lexiko/μονοκλινο/