μίσθωμα
το, ουσ.
(νομ.) τα χρήματα που καταβάλλονται για την χρήση κάποιου αντικειμένου ή για την ενοικίαση κλειστού χώρου ή εδαφικής έκτασης, προς τον ιδιοκτήτη του, συνών. ενοίκιο, νοίκι.
Ετυμολογία
< αρχ. μίσθωμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μίσθωμα», σ. 529. https://navalhistory.gr/lexiko/μισθωμα/