μισθός
Και: μιστός
ο, ουσ.
- (οικον.) α) η καθορισμένη αμοιβή για την παροχή εργασίας σε χρήμα ή σε είδος, (φρ.) «ονομαστικός / πραγματικός / μικρός / χαμηλός / εξευτελιστικός / υψηλός / δέκατος τρίτος / βασικός / μηνιαίος μισθός», β) η χρηματική αμοιβή ενός υπαλλήλου για χρονικό διάστημα ενός μήνα, (έκφρ.) «μισθός πείνας»,
- (λογοτ.) ανταπόδοση ή ανταμοιβή για κάτι.
Ετυμολογία
< αρχ. μισθός.
Παράγωγα
μισθώνω.
Σύνθετα
α) ως πρώτο συνθετικό: μίσθαρνος [= αυτός που απαρνιέται, για χάρη των χρημάτων, τις ηθικές του αρχές], μισθαρνώ, μισθοδότης, μισθοφόρος, μισθολόγιο, μισθοσυντήρητος, β) ως δεύτερο συνθετικό: αδρόμισθος, άμισθος, έμμισθος, μεγαλόμισθος, υπόμισθος, αργόμισθος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μισθός και μιστός», σ. 529. https://navalhistory.gr/lexiko/μισθοσ-και-μιστοσ/