navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μισθώνω

μισθώνω

ρ. [μετβ.]

  1. πληρώνω μισθό σε κάποιον που εργάζεται για λογαριασμό μου
  2. νοικιάζω.

Ετυμολογία

< μισθ(ός) + [κατάλ.] -ώνω.

Παράγωγα

μίσθωμα, μίσθωση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μισθώνω», σ. 529. https://navalhistory.gr/lexiko/μισθωνω/