μεταγωγή
η, ουσ.
- μεταφορά από έναν τόπο σε άλλον, συνών. μετακομιδή, μετακόμιση
- (νομ.) μεταφορά κρατουμένων σε νοσοκομείο, δικαστήρια ή κάπου αλλού, (φρ.) «το μεταγωγών», (τμήμα – δ/νση) αστυνομική υπηρεσία που φροντίζει για τη μεταφορά των κρατουμένων.
Ετυμολογία
< μτγν. μεταγωγή < μετάγω [= 1. (μετβ.) μεταφέρω από ένα μέρος σε άλλο κάτι· 2. (αμετβ.) πηγαίνω από διαφορετικό δρόμο, αλλάζω τη διαδρομή μου].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεταγωγή», σ. 516. https://navalhistory.gr/lexiko/μεταγωγη/