μελτέμι
το, ουσ. [γεν. μελτεμ-ιού, -ιών]
(μετεωρ.) α) ισχυρός βόρειος ή βορειοδυτικός άνεμος στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την περίοδο του καλοκαιριού, β) ο δροσερός καλοκαιρινός άνεμος που έχει κατεύθυνση από τη θάλασσα προς τη στεριά.
Ετυμολογία
< τουρκ. meltem [= ο ΒΔ άνεμος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μελτέμι», σ. 511. https://navalhistory.gr/lexiko/μελτεμι/