μακρόκλιμα
το, ουσ.
(μετεωρ.) το γενικό κλίμα μεγάλων γεωγραφικών περιοχών όπως σε μια ήπειρο, σ’ έναν ωκεανό, σε μια γεωγραφική ζώνη ή σε μια χώρα.
Ετυμολογία
< αγγλ. macroclimate.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μακρόκλιμα», σ. 497. https://navalhistory.gr/lexiko/μακροκλιμα/