λυκίσκος
ο, ουσ.

- (εργαλ.) μεταλλικός συνήθως τρόχιλος, σχιστός στο επάνω μέρος που επιτρέπει το κρέμασμα του σκοινιού ή του συρματόσχοινου σε οποιοδήποτε σημείο επιθυμούμε και όχι αναγκαστικά από την άκρη, διαθέτει στην κορυφή του γάντζο κι είναι κατάλληλος για μετακίνηση βαρέων αντικειμένων, αλλιώς: ματσαπλί ή ματζαπλί
- (βοταν.) πολυετές φυτό οι καρποί του οποίου χρησιμοποιούνται στην παραγωγή μπύρας αλλά και στην βοτανοθεραπεία.
Ετυμολογία
< λύκος + -ίσκος, μτφρδ. λατιν. lupus [= λύκος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λυκίσκος», σ. 491. https://navalhistory.gr/lexiko/λυκισκοσ/