λιμνοειδής
-ής, -ές, επίθ.
αυτός που ομοιάζει με λίμνη.
Ετυμολογία
< λίμν(η) -ο- + -ειδής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιμνοειδής», σ. 484. https://navalhistory.gr/lexiko/λιμνοειδησ/