navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λίζινγκ

λίζινγκ

το, άκλ. ουσ.

(οικον.) τρόπος συναλλαγής και εξυπηρέτησης εταιρείας και μισθωτή που βασίζεται στην ενοικίαση παραγωγικών και πάγιων εγκαταστάσεων ή καταναλωτικών αγαθών για ένα χρονικό διάστημα, συνών. χρονομίσθωση.

Ετυμολογία

< αγγλ. leasing.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λίζινγκ», σ. 483. https://navalhistory.gr/lexiko/λιζινγκ/