λίζινγκ
το, άκλ. ουσ.
(οικον.) τρόπος συναλλαγής και εξυπηρέτησης εταιρείας και μισθωτή που βασίζεται στην ενοικίαση παραγωγικών και πάγιων εγκαταστάσεων ή καταναλωτικών αγαθών για ένα χρονικό διάστημα, συνών. χρονομίσθωση.
Ετυμολογία
< αγγλ. leasing.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λίζινγκ», σ. 483. https://navalhistory.gr/lexiko/λιζινγκ/