navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λίγδα

λίγδα

η, ουσ.

  1. λιπαρός λεκές, βρομιά που δημιουργείται από λιπαρή ουσία
  2. (μτφ.) άτομο γλοιώδες
  3. (ιχθυολ.) το ψάρι χρύσοφρυς ο κοινός, δηλ. η μικρή τσιπούρα.

Ετυμολογία

< μτγν. λίγδα [= στάχτη, αλισίβα] < αρχ. λίγδην.

Παράγωγα

λιγδάς, λίγδας, λιγδερός, λιγδής, λίγδης, λιγδιά, λιγδιάζω, λιγδιάρα, λιγδιάρης, λιγδιάρικος, λίγδιασμα, λιγδού, λιγδώνω, λίγδικος.

Σύνθετα

αλίγδιαστος, αλίγδωτος, καταλιγδιασμένος, λιγδοκαλόγερος, λιγδοπούλα, λιγδοσοφία, λιγδοτάμπαρο, λιγδοτάμπαρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λίγδα», σ. 483. https://navalhistory.gr/lexiko/λιγδα/