navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › ληξιπρόθεσμος

ληξιπρόθεσμος

-η, -ο, επίθ.

(οικον.) αυτός που έχει λήξει η προθεσμία του, το τέλος, ο τερματισμός.

Ετυμολογία

< αρχ. λήξι(ς) + προθεσμ(ία) -ος.

Επιρρήματα

ληξιπρόθεσμα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ληξιπρόθεσμος», σ. 481. https://navalhistory.gr/lexiko/ληξιπροθεσμοσ/