λέπι
το, ουσ.
- (ιχθυολ.) μικρή σκληρή πλάκα που καλύπτει κυρίως το σώμα των ψαριών, αλλά και πολλών ερπετών, πτηνών ή και θηλαστικών, φολίδα
- μικρά κομμάτια σκληρισμένης επιδερμίδας, που εμφανίζονται σε δερματικές παθήσεις.
Ετυμολογία
< αρχ. λέπιον, υποκ. του λέπος [= ψιλή φλούδα], μτγν. [= λέπι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λέπι», σ. 480. https://navalhistory.gr/lexiko/λεπι/