navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λέπι

λέπι

το, ουσ.

  1. (ιχθυολ.) μικρή σκληρή πλάκα που καλύπτει κυρίως το σώμα των ψαριών, αλλά και πολλών ερπετών, πτηνών ή και θηλαστικών, φολίδα
  2. μικρά κομμάτια σκληρισμένης επιδερμίδας, που εμφανίζονται σε δερματικές παθήσεις.

Ετυμολογία

< αρχ. λέπιον, υποκ. του λέπος [= ψιλή φλούδα], μτγν. [= λέπι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λέπι», σ. 480. https://navalhistory.gr/lexiko/λεπι/