λάκα
η, ουσ. [χωρίς γεν πληθ.]
- γομαλάκα ή σελάκη, υλικό φυτικής προέλευσης με το οποίο βάφουν ή διακοσμούν, κυρίως, είδη επίπλων
- είδος βαφής που αποτελείται από συνθετικά πολυμερή κι είναι κατάλληλη για ξύλινες ή μεταλλικές επιφάνειες.
Ετυμολογία
< γαλλ. laque, ή
ή ιταλ. lacca < λατιν. lacca [= οίδημα κνήμης, βοτάνι] < περσ. lāk ή lakk < χίντι και αραβ. lākh.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάκα», σ. 473. https://navalhistory.gr/lexiko/λακα/