navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λάκα

λάκα

η, ουσ. [χωρίς γεν πληθ.]

  1. γομαλάκα ή σελάκη, υλικό φυτικής προέλευσης με το οποίο βάφουν ή διακοσμούν, κυρίως, είδη επίπλων
  2. είδος βαφής που αποτελείται από συνθετικά πολυμερή κι είναι κατάλληλη για ξύλινες ή μεταλλικές επιφάνειες.

Ετυμολογία

< γαλλ. laque, ή

ή ιταλ. lacca < λατιν. lacca [= οίδημα κνήμης, βοτάνι] < περσ. lāk ή lakk < χίντι και αραβ. lākh.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάκα», σ. 473. https://navalhistory.gr/lexiko/λακα/