navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λόξωση

λόξωση

η, ουσ.

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λοξεύω [= λοξοδρομώ, παρεκκλίνω, φαλτσογωνιάζω], η λόξευση
  2. (αστρον.) (φρ.) «λόξωση της εκλειπτικής», η γωνία, 23ο 27', που σχηματίζεται από τα επίπεδα της εκλειπτικής και του ουράνιου ισημερινού και είναι υπεύθυνη για την εναλλαγή των εποχών του έτους.

Ετυμολογία

< λόξω(σις) (< λοξώ) + -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λόξωση», σ. 489. https://navalhistory.gr/lexiko/λοξωση/