λόξωση
η, ουσ.
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λοξεύω [= λοξοδρομώ, παρεκκλίνω, φαλτσογωνιάζω], η λόξευση
- (αστρον.) (φρ.) «λόξωση της εκλειπτικής», η γωνία, 23ο 27', που σχηματίζεται από τα επίπεδα της εκλειπτικής και του ουράνιου ισημερινού και είναι υπεύθυνη για την εναλλαγή των εποχών του έτους.
Ετυμολογία
< λόξω(σις) (< λοξώ) + -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λόξωση», σ. 489. https://navalhistory.gr/lexiko/λοξωση/