ιματιοθήκη
η, ουσ.
ειδικός χώρος φύλαξης ενδυμάτων και ρουχισμού σε θέατρο, ξενοδοχείο, νοσοκομείο, στρατιωτική μονάδα κ.λπ.
Ετυμολογία
< μτγν. ἱματιοθήκη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιματιοθήκη», σ. 367. https://navalhistory.gr/lexiko/ιματιοθηκη/