τάξη
η, ουσ.
- τοποθέτηση αντικειμένων στη σωστή θέση, αντων. ακαταστασία
- το να συγυρίζει κανείς το χώρο του
- σύνολο ανθρώπων που διέπονται από τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα ή κριτήρια, όπως: πολιτικά, κοινωνικά, ταξικά, ιδεολογικά, εισοδηματικά κ.ά
- αίθουσα διδασκαλίας
- η ομαλή κοινωνική διαχείρηση από τις κρατικές αρχές.
Ετυμολογία
< αρχ. τάξις < τάσσω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τάξη», σ. 819. https://navalhistory.gr/lexiko/ταξη/