navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ιμάτιο

ιμάτιο

το, ουσ.

(ενδυμ.) ρούχο των αρχαίων που φοριόταν πάνω από το χιτώνα, συνών. ένδυμα, (φρ.) «διαρρηγνύω τα ιμάτια μου», σχίζω τα ρούχα μου ως ένδειξη διαμαρτυρίας.

Ετυμολογία

< αρχ. ἱμάτιον.

Παράγωγα

ιματισμός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιμάτιο», σ. 367. https://navalhistory.gr/lexiko/ιματιο/