ιμαντοφόρος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που χρησιμοποιεί ιμάντες για τη λειτουργία του.
Ετυμολογία
< ιμάντ(ας) -ο- + -φόρος < φέρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιμαντοφόρος», σ. 367. https://navalhistory.gr/lexiko/ιμαντοφοροσ/