ζιλές
ο, και ζιλέ, το, άκλ. ουσ.
(ενδυμ.) ανδρικό ή γυναικείο πλεκτό πουλόβερ, συνήθως λεπτοφτιαγμένο και χωρίς μανίκια, αλλιώς γιλέκο.
Ετυμολογία
< γαλλ. gilet < ισπαν. jileco < τουρκ. yelek [= το πτέρωμα της φτερούγας].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζιλές», σ. 327. https://navalhistory.gr/lexiko/ζιλεσ/