ιλύς
η, ουσ.
- λάσπη, βούρκος
- αυτό που απομένει μετά τη διαδικασία της διήθησης, το κατακάθι, το ίζημα, (φρ.) «ιλυώδης βυθός».
Ετυμολογία
< αρχ. ἰλύς[ῑ], γεν. -ύος.
Σύνθετα
ιλυοκιβώτιο, ιλυοθυρίδα, ιλυοσυλλέκτης, ιλυοφορτηγίδα, ιλυόλουτρο [= λουτρό που γίνεται σε λασπόνερο θερμών πηγών για θεραπευτικούς λόγους].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιλύς», σ. 367. https://navalhistory.gr/lexiko/ιλυσ/