navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ιλύς

ιλύς

η, ουσ.

  1. λάσπη, βούρκος
  2. αυτό που απομένει μετά τη διαδικασία της διήθησης, το κατακάθι, το ίζημα, (φρ.) «ιλυώδης βυθός».

Ετυμολογία

< αρχ. ἰλύς[ῑ], γεν. -ύος.

Σύνθετα

ιλυοκιβώτιο, ιλυοθυρίδα, ιλυοσυλλέκτης, ιλυοφορτηγίδα, ιλυόλουτρο [= λουτρό που γίνεται σε λασπόνερο θερμών πηγών για θεραπευτικούς λόγους].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιλύς», σ. 367. https://navalhistory.gr/lexiko/ιλυσ/