ιερέας
ο, ουσ.
(θρησκ.) ο κληρικός που τελεί τη Θεία Λειτουργία, συνών. παπάς, αλλά και αββάς, μουλάς, βραχμάνος, κ.λπ. για άλλες θρησκείες.
Ετυμολογία
< μτγν. ἱερεύς.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιερέας», σ. 365. https://navalhistory.gr/lexiko/ιερεασ/