navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρόκα

πρόκα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

(εργαλ.) ξύλινο ή μεταλλικό καρφί.

Ετυμολογία

<

ή βενετ. broca, ή

ή παλαιό ιταλ. brocca [= βλαστός, σουβλί, καλάμι] < λατιν. broccus [= οδοντωτός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρόκα», σ. 702. https://navalhistory.gr/lexiko/προκα/