ηλιοβούτημα
το, ουσ.
το ηλιοβασίλεμα, και πιο συγκεκριμένα, όταν στο βάθος του ορίζοντα ο ήλιος σμίγει με τη θάλασσα ή βουτά και χάνεται στη θάλασσα, συνών. δύση, βασίλεμα, (η)λιόγερμα, αντών. ηλιόβγαλμα, αυγή, χάραμα, ξημέρωμα.
Ετυμολογία
< ήλι(ος) -ο- + βουτώ.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιοβούτημα», σ. 337. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιοβουτημα/