navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χάραμα

χάραμα

το, ουσ. [χωρίς γεν.] [πληθ. τα χαράματα]

χαραυγή, ξημέρωμα, αυγή, συνών. λυκαυγές, αντών. λυκόφως, γέρμα.

Ετυμολογία

< αρχ. χάραγμα.

Σύνθετα

ροδοχάραμα. Το χάραμα επήρα / Του Ήλιου το δρόμο, Κ ρεμώντας τη λύρα / Τη δίκαιη στον ώμο Κι απ' όπου χαράζει / Ως όπου βυθά, Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χάραμα», σ. 911. https://navalhistory.gr/lexiko/χαραμα/