ηλιοβολία
η, ηλιόβολο, το, ουσ.
η ακτινοβολία του ήλιου.
Ετυμολογία
< ἥλι(ος) -ο- + -βολία < βάλλω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιοβολία», σ. 337. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιοβολια/