navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηλιόγερμα

ηλιόγερμα

το, ουσ.

  1. το ηλιοβασίλεμα, συνών. ηλιοβούτημα
  2. (μτφ.) τα γηρατειά.

Ετυμολογία

< ήλι(ος) -ο- + -γέρμα < γέρνω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιόγερμα», σ. 337. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιογερμα/