αυγή
η, ουσ.
- το πρωί, συνών. χάραμα, ξημέρωμα, χαραυγή
- (συνεκδ.) η λάμψη του ήλιου, λυκαυγές
- (μτφ.) μια νέα αρχή, ξεκίνημα.
Ετυμολογία
< αρχ. αὐγή.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυγή», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/αυγη/