navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αυγή

αυγή

η, ουσ.

  1. το πρωί, συνών. χάραμα, ξημέρωμα, χαραυγή
  2. (συνεκδ.) η λάμψη του ήλιου, λυκαυγές
  3. (μτφ.) μια νέα αρχή, ξεκίνημα.

Ετυμολογία

< αρχ. αὐγή.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυγή», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/αυγη/