ζοφός
-ή, -ό, επίθ.
κούφιος, άδειος, κενός.
Ετυμολογία
< αρχ. επίθ. σομφός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζοφός», σ. 328. https://navalhistory.gr/lexiko/ζοφοσ-2/
Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζοφός
-ή, -ό, επίθ.
κούφιος, άδειος, κενός.
< αρχ. επίθ. σομφός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζοφός», σ. 328. https://navalhistory.gr/lexiko/ζοφοσ-2/