ζεφυρικός
-ή, -ό, και ζεφύριος, -ια, -ιο, επίθ.
(μετεωρ.) αυτός που σχετίζεται με τον ζέφυρο [δες λ.], αντών. ανατολικός.
Ετυμολογία
< ζέφυρος + [καταλ.] -ικός.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζεφυρικός», σ. 327. https://navalhistory.gr/lexiko/ζεφυρικοσ/