ζεύξη
η, ουσ.
- η σύνδεση δύο ακτών με κάποιο τύπο γέφυρας, γεφύρωμα
- (τεχνολ.) σύνδεση δύο οχημάτων ή εξαρτημάτων με σκοπό τη λειτουργία τους κάτω από τις ίδιες συνθήκες
- η τοποθέτηση ζώων κάτω από τον ίδιο ζυγό, κυρίως βοδιών ή αλόγων, για τη μεταφορά φορτίων, συνών. ζέψιμο
- (αθλητ.) η διασταύρωση λεπίδων των ξιφών
- (φρ.) «ζεύξη αξόνων», «μαγνητική ζεύξη», «μηχανισμός / μοχλός ζεύξεως».
Ετυμολογία
< αρχ. ζεῦξις < ζεύγνυμι [= 1. ζεύω, 2. δένω, συσφίγγω, στερεώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζεύξη», σ. 326. https://navalhistory.gr/lexiko/ζευξη/