navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζεύξη

ζεύξη

η, ουσ.

  1. η σύνδεση δύο ακτών με κάποιο τύπο γέφυρας, γεφύρωμα
  2. (τεχνολ.) σύνδεση δύο οχημάτων ή εξαρτημάτων με σκοπό τη λειτουργία τους κάτω από τις ίδιες συνθήκες
  3. η τοποθέτηση ζώων κάτω από τον ίδιο ζυγό, κυρίως βοδιών ή αλόγων, για τη μεταφορά φορτίων, συνών. ζέψιμο
  4. (αθλητ.) η διασταύρωση λεπίδων των ξιφών
  5. (φρ.) «ζεύξη αξόνων», «μαγνητική ζεύξη», «μηχανισμός / μοχλός ζεύξεως».

Ετυμολογία

< αρχ. ζεῦξις < ζεύγνυμι [= 1. ζεύω, 2. δένω, συσφίγγω, στερεώνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζεύξη», σ. 326. https://navalhistory.gr/lexiko/ζευξη/