ηλιοφάνεια
η, ουσ.
(μετεωρ.) α) μέρα χωρίς σύννεφα, β) το να μην εμποδίζεται ο ήλιος από τα σύννεφα.
Ετυμολογία
< ηλιο- + -φάνεια < φαίνομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιοφάνεια», σ. 339. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιοφανεια/