εφεύρεση
η, ουσ.
πρωτότυπη δημιουργία ή μέθοδος, το επινόημα.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐφεύρε(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφεύρεση», σ. 321. https://navalhistory.gr/lexiko/εφευρεση/